|
Πώς να επιλέξετε βυθόμετρο |
|
Το βυθόμετρο, ή FishFinder (ανιχνευτής ψαριών) ή DepthFinder στα αγγλικά, είναι ίσως το περισσότερο αναγκαίο εργαλείο στον εξοπλισμό του μυημένου ψαρά. Πόσες φορές δεν έχω δεί ψαράδες στην βάρκα τους να ανεβοκατεβάζουν με μανία και αδίκως τις καθετές τους ή τα τσαπαρί τους σε ένα τυχαίο σημείο, όταν κοπάδια από ψάρια κόβουν αμέριμνα βόλτες 100 μέτρα μακρύτερα! Ένα φθηνό αλλά αξιόπιστο βυθόμετρο είναι σίγουρο ότι θα πολλαπλασιάσει τις ψαριές σας, ακόμη και εάν είσθε αρκετά έμπειρος ψαράς. Η επιλογή του κατάλληλου βυθόμετρου, εκτός φυσικά από το πόσο αντέχει η τσέπη σας να ξοδέψει, είναι και συνάρτηση του τι είδους ψαρέματος κάνετε. Εάν περιορίζεστε σε μικρές παραλιακές βόλτες με την βάρκα σας σε βάθη γύρω στα 30 μέτρα, τότε σίγουρα οποιοδήποτε από τα μικρά μοντέλα μίας ποιοτικής και αξιόπιστης εταιρείας θα κάνει την δουλειά του και με το παραπάνω. Εάν όμως ανοίγεσθε για πελαγίσια συρτή ή drifting, ή κάνετε συρτή βυθού ή καθετή σε μεγάλα βάθη, τότε αναγκαστικά πρέπει να επιλέξετε ένα μεγαλύτερο μοντέλο με ισχυρότερο sonar, που να μπορεί να διαπερνά το πάχος της μάζας του νερού σε μεγαλύτερα βάθη.
Η συχνότητα εκπομπής προσδιορίζει την ποιότητα ή την ευκρίνεια με την οποία μεταφέρονται οι πληροφορίες του ανακλώμενου σήματος του sonar στην οθόνη μας. Η αναλογία είναι ίδια με τα κύματα του ραδιοφώνου. Άλλη ποιότητα ήχου έχουμε στα βραχέα κύματα, τα οποία όμως διαχέονται σε μεγαλύτερες αποστάσεις, και άλλη ποιότητα από τα κύματα FM. Συνήθως τα sonar των βυθομέτρων εκπέμπουν σε συχνότητες μεταξύ 50Khz και 300Khz. Η χαμηλή συχνότητα των 50Khz μας δίνει την δυνατότητα να δούμε σε περισσότερο βάθος, αλλά με περιορισμένη ανάλυση. Οι υψηλότερες συχνότητες μας επιτρέπουν να έχουμε μεγαλύτερη ανάλυση της μορφολογίας του βυθού ή των ψαριών, αλλά μας περιορίζουν ως προς το μέγιστο βάθος. Τα ποιοτικά βυθόμετρα εκπέμπουν συνήθως σε διπλή συχνότητα, π.χ. στα 50Khz και στα 200Khz, δίνοντάς μας έτσι την δυνατότητα να επιλέξουμε την ποιότητα των πληροφοριών που παρουσιάζονται στην οθόνη μας, ή να βλέπουμε τις πληροφορίες από την εκπομπή και των δύο συχνοτήτων σε μία οθόνη. Η γωνία εκπομπής του αισθητήρα του βυθομέτρου προσδιορίζει ουσιαστικά τον κώνο εκπομπής του σήματος, και επομένως όσο μεγαλύτερη είναι η γωνία εκπομπής τόσο μεγαλύτερη επιφάνεια σαρώνουμε με το βυθόμετρό μας, σε βάρος όμως του βάθους. Τα περισσότερα ερασιτεχνικά βυθόμετρα έχουν γωνία εκπομπής γύρω στις 20 μοίρες, που κρίνεται ικανοποιητική για βάθη μέχρι τα 50 μέτρα. Τα βυθόμετρα δύο συχνοτήτων έχουν συνήθως διαφορετική γωνία εκπομπής για κάθε συχνότητα, π.χ. 20 μοίρες για τα 200Khz και 12 μοίρες για τα 50 Khz για περισσότερο βάθος. Η ποιότητα ανάλυσης της οθόνης προσδιορίζεται σε γενικές γραμμές απ΄των αριθμό των pixels (κουκίδων) που την αποτελούν, καθώς και εάν είναι μονόχρωμη ή έγχρωμη. Όσα περισσότερα pixels διαθέτει η οθόνη τόσο ζωντανεύει η παρουσίαση των πληροφοριών που βλέπουμε, και γίνεται ευκολότερος ο διαχωρισμός των ψαριών από τους κάθε είδους θορύβους που αναπόφευκτα κατακλύζουν την οθόνη μας. Επίσης γίνεται ευκολότερος ο διαχωρισμός της ποιότητας του βυθού καθώς και των ψαριών που κυκλοφορούν πάνω σε αυτόν. Επίσης ένα καλό έγχρωμο βυθόμετρο σας δίνει την δυνατότητα να ξεχωρίζετε με μεγαλύτερη ευκολία τόσο την ποιότητα του βυθού, εάν δηλαδή είναι αμμώδης ή βραχώδης, όσο και το είδος των ψαριών. Μερικοί επαγγελματίες ψαράδες, που χρησιμοποιούν ακριβά και ποιοτικά εργαλεία, ισχυρίζονται ότι από το χρώμα που παρουσιάζει το σήμα ενός ψαριού στην έγχρωμη οθόνη του βυθόμετρού τους μπορούν να διακρίνουν εάν είναι τόνος ή μαγιάτικο!
Αφού παρουσιάσαμε τα σημαντικότερα τεχνικά χαρακτηριστικά των βυθομέτρων, ας πούμε και μερικά λόγια για τα μοντέλα που κυκλοφορούν στην αγορά. Οι κατασκευάστριες εταιρείες ερασιτεχνικών βυθομέτρων, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, είναι αμερικανικές εταιρείες που απευθύνονται κατά κύριο λόγο στην τεράστια εγχώρια αγορά τους. Το ψάρεμα στην Αμερική, σε αντίθεση με άλλα μέρη του κόσμου, παρουσιάζει ορισμένες ιδιοτροπίες που ίσως να ξαφνιάσουν μερικούς από εμάς. Κατ' αρχήν οι περισσότεροι αμερικανοί ψαράδες εξασκούν το χόμπυ τους σε γλυκά νερά όπως οι μεγάλες λίμνες και τα ποτάμια της αμερικής, ή κοντά στις ακτές του ωκεανού. Και στις δύο περιπτώσεις η ιδιομορφία έγκειται στο ότι τα αμερικανικά νερά είναι πολύ ρηχά, σε σύγκριση π.χ. με αυτά που έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα. Το βάθος των λιμνών και των ποταμών σπάνια υπερβαίνει τα 30-50 μέτρα, και όσον αφορά τον ωκεανό πρέπει κάποιος να ανοιχτεί πάνω από 20-30 ναυτικά μίλια για να παρατηρήσει αξιόλογα βάθη πάνω από τα 100-150 μέτρα. Επομένως και τα αμερικανικά ερασιτεχνικά βυθόμετρα είναι συνήθως φτιαγμένα για να ανταποκρίνονται στις επικρατούσες εγχώριες συνθήκες των ρηχών νερών, έχοντας χαμηλή ισχύ sonar γύρω στα 100-300W και υψηλή συχνότητα εκπομπής στα 200 με 400ΚΗΖ. Οι προδιαγραφές αυτές είναι υπεραρκετές για ψάρεμα σε γλυκά νερά ή στην θάλασσα σε βάθη που δεν υπερβαίνουν τα 30m-50m. Τελευταία όμως, με την διάδοση του sportfishing για μεγάλα θηράματα, το αμερικανικό κοινό άρχισε να ζητάει και συσκευές ικανές να ανταποκριθούν και σε μεγαλύτερα βάθη. Έτσι τα τελευταία 2 χρόνια παρουσιάστηκαν συσκευές (μιλάμε πάντα για μοντέλα με προσιτή τιμή αγοράς) με αναβαθμισμένη ισχύ sonar μεταξύ 300W και 500W, καθώς και δυνατότητα παρατήρησης σε δύο συχνότητες 50Khz και 200Khz. Οι συσκευές του τύπου αυτού ενδείκνυνται περισσότερο για τις ελληνικές θάλαασες, όπου το βάθος των νερών κατεβαίνει απότομα στα 50m-130m σε μικρές αποστάσεις από την ακτογραμμή. Επιπρόσθετα πρέπει να λάβετε υπόψη σας ότι οι αμερικανοί κατασκευαστές βυθομέτρων δίνουν το μέγιστο ωφέλιμο βάθος παρατήρησης παίρνοντας σαν αναφορά την λειτουργία της συσκευής σε γλυκά νερά, εκεί δηλαδή που ψαρεύει η πλειοψηφία των αμερικανών ψαράδων. Για λειτουργία όμως σε θαλασσινό νερό πρέπει να αφαιρέσετε ένα 25%-30% από αυτές τις ενδείξεις, δεδομένου ότι το αλμυρό νερό είναι περισσότερο συμπαγές από το γλυκό και επομένως απαιτείται μεγαλύτερη ισχύ για να διαπεραστεί η μάζα του. Άντε και καλές ψαριές! |